έρπης

έρπης
Ιογενής πάθηση του δέρματος και των βλεννογόνων, που χαρακτηρίζεται από φυσαλιδώδες εξάνθημα. Διακρίνεται στον απλό έ. και στον έ. ζωστήρα. Ο απλός έ. είναι ιδιαίτερα συχνή νόσος, που προσβάλλει κατά προτίμηση τις περιοχές γύρω από το στόμα, τη μύτη και τα γεννητικά όργανα· η πιο συχνή εντόπισή του είναι στα χείλη. Σπάνια προσβάλλει τα μάτια, τα δάχτυλα ή τον εγκέφαλο. Εκδηλώνεται με εντοπισμένη έκθυση μικρών φυσαλίδων επί ερυθηματώδους βάσης, ενώ προηγείται κνησμός, αίσθημα καύσου, πόνος· μερικές φορές συνοδεύεται από πυρετό και διόγκωση των λεμφογαγγλίων. Σε 1-2 ημέρες οι φυσαλίδες σπάνε και σχηματίζεται έλκος, εφελκίδα (κρούστα) και τέλος η βλάβη επουλώνεται σε μία εβδομάδα. Η πρώτη λοίμωξη μπορεί να είναι ασυμπτωματική και η νόσος μπορεί να αποκαλυφθεί με την πρώτη υποτροπή. Χαρακτηριστικά, υποτροπιάζει συχνά με διάφορες αιτίες, όπως εμπύρετο νόσημα, στρες, κύηση, έμμηνο ρύση, έκθεση σε έντονο ηλιακό φως ή κρύο κλπ. Η τήρηση της προσωπικής υγιεινής σε συνδυασμό με την τοπική χρήση ασικλοβίρ βελτιώνουν την πορεία της δερματικής βλάβης. Ο απλός έ. διαφοροποιείται από τον έ. ζωστήρα, νόσο που οφείλεται σε έναν άλλο ιό, που προκαλεί και την ανεμοβλογιά. Ο ιός αυτός προσβάλλει τα γάγγλια των ριζών του νωτιαίου νεύρου και προκαλεί φυσαλιδώδεις βλάβες στην περιοχή κατανομής νεύρου. Εκτός από το εξάνθημα, η κλινική εικόνα του έ. ζωστήρα περιλαμβάνει πυρετό και κυρίως δυνατούς πόνους κατά μήκος των νεύρων που προσβλήθηκαν. Ο έ. ζωστήρας αφήνει ανοσία. Η θεραπεία είναι μόνο τοπική και συμπτωματική. Για την ανακούφιση του πόνου χρησιμοποιείται ακόμη και κόψιμο του ανάλογου νεύρου της περιοχής. Στους καρκινοπαθείς ο έ. ζωστήρας μπορεί να αποβεί μοιραίος. έ. γεννητικών οργάνων. Ιογενής λοίμωξη που δημιουργεί ένα πολύ δυσάρεστο εξάνθημα. Ο κυριότερος κίνδυνος του έ. αυτού είναι η τάση του να αυξάνει την ευαισθησία σε άλλα νοσήματα που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή (όπως το AIDS), εν μέρει λόγω της ύπαρξης ανοιχτών πληγών. Συνήθως η πρώτη μόλυνση είναι και η σοβαρότερη. Μετά, ο ιός παραμένει σε νάρκη, στις ρίζες των σπονδυλικών νεύρων. Στη φάση αυτή δεν υπάρχουν συμπτώματα, αλλά το άτομο ενδέχεται να μπορεί να μολύνει άλλους. Η επανάληψη των μολύνσεων είναι κάτι σύνηθες, ενώ η σεξουαλική δραστηριότητα πρέπει να αποφεύγεται εντελώς, μέχρις ότου εξαφανιστούν τα συμπτώματα (πρέπει να χρησιμοποιούνται προφυλακτικά, έστω και αν δεν υπάρχουν συμπτώματα, γιατί είναι άγνωστο το πότε μπορεί να μεταδοθεί ο ιός). Ο ιός που προκαλεί τον έ. των γεννητικών οργάνων συγγενεύει με εκείνον του επιχείλιου έ. Τα συμπτώματα καλυτερεύουν με το φάρμακο ασικλοβίρ. Οι πληγές κλείνουν γρήγορα και, αν οι προσβολές είναι συχνές, μπορεί κανείς να παίρνει το φάρμακο αυτό προληπτικά, σε μακροχρόνια βάση. Αν προσβληθεί η γυναίκα στη φάση που είναι ετοιμόγεννη, της γίνεται καισαρική τομή, ώστε να μη μολυνθεί το μωρό καθώς θα περνά από τον κόλπο.
* * *
και έρπητας, ο (AM ἕρπης
Α και ἑρπήν, ὁ και ἑρπήνη, ἡ)
οξεία πάθηση τού δέρματος η οποία χαρακτηρίζεται από απότομη εμφάνιση και εξάπλωση φυσαλλίδων με κόκκινη βάση
νεοελλ.
φρ.
1. «έρπης ίρις» — μορφή πολύμορφου ερυθήματος
2. «ἐρπης κυήσεως» — φυσαλλιδώδες εξάνθημα τού δέρματος, το οποίο εμφανίζεται κατά τη διάρκεια τής κυήσεως ή μετά τον τοκετό
3. «ἐρπης ζωστήρ» — βλ. ζωστήρας
αρχ.
ὁ ἕρπης
ονομασία κάποιου ζώου, πιθ. φιδιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έρπ-ω + -ης (πρβλ. κέλ-ης < κέλλω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἕρπης — shingles fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπῃς — ἕρπω serpo) pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπήτων — ἕρπης shingles fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπησι — ἕρπης shingles fem dat pl ἕρπω serpo) pres subj mp 2nd sg (epic) ἕρπω serpo) pres subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπησιν — ἕρπης shingles fem dat pl ἕρπω serpo) pres subj mp 2nd sg (epic) ἕρπω serpo) pres subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπητα — ἕρπης shingles fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπητας — ἕρπης shingles fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπητες — ἕρπης shingles fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπητος — ἕρπης shingles fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαμ(αι)- — α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίρρημα χαμαί* και δηλώνει ότι κάτι υπάρχει, βρίσκεται ή γίνεται κάτω, στο έδαφος, καταγής, χαμηλά (πρβλ. χαμαι βάμων, χαμ ερπής), χρησιμοποιήθηκε, όμως, και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”